ανοίγω

ανοίγω
άνοιξα, ανοίχτηκα, ανοιγμένος
1. μτβ., κάνω ελεύθερη την είσοδο ή το πέρασμα: Φέρε το σκεπάρνι να ανοίξουμε το κιβώτιο.
2. διευρύνω, διαπλατύνω: Άνοιξε το βήμα σου, αλλιώς θα νυχτώσουμε.
3. κάνω διάρρηξη: Απόψε οι κλέφτες άνοιξαν τρία σπίτια.
4. ξεδιπλώνω, ξετυλίγω: Του άνοιξα την καρδιά μου.
5. κάνω αρχή, καταπιάνομαι με κάτι: Άνοιξε και δεύτερο μαγαζί στην Αθήνα.
6. αμτβ., παύω να είμαι κλειστός: Άνοιξε η όρεξη του παιδιού.
7. ελευθερώνομαι: Από το μεσημέρι άνοιξε ο δρόμος για την Πάρνηθα.
8. σπάζω, διευρύνομαι: Άνοιξε πάλι η πληγή του.
9. αρχίζω: Άνοιξαν κάπως οι δουλειές τώρα.
10. ξεθωριάζω: Άνοιξε πολύ το χρώμα της μπλούζας σου.
11. ανθίζω: Οι αμυγδαλιές άνοιξαν.
12. το μέσ., ανοίγομαι, α. αρμενίζω στ' ανοιχτά: Το καράβι είχε ανοιχτεί πια αρκετά. β. ξοδεύω περισσότερα από όσα επιτρέπουν τα οικονομικά μου: Ανοίχτηκε αλογάριαστα σε έξοδα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ανοίγω — ανοίγω, άνοιξα βλ. πίν. 21 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανοίγω — (AM ἀνοίγω, Α και ἀνοιγνύω και ἀνοίγνυμι) 1. αποφράσσω κάτι, του αφαιρώ το κάλυμμα 2. (για δικαστικές πράξεις) αποσφραγίζω και κοινοποιώ 3. απομακρύνω από τη στεριά, φέρνω στο ανοιχτό πέλαγος 4. εγχειρίζω, τέμνω, κόβω το δέρμα 5. δημιουργώ, ιδρύω …   Dictionary of Greek

  • ἀνοίγω — ἀνοίγνυμι open pres subj act 1st sg ἀνοίγνυμι open pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακρανοίγω — ανοίγω κάτι πολύ λίγο, ελαφρά, μισανοίγω. [ΕΤΥΜΟΛ. < υποκορ. ακρο (ΙΙ) + ανοίγω. ΠΑΡ. ακράνοιγμα, ακράνοιχτος] …   Dictionary of Greek

  • γουρλώνω — ανοίγω υπερβολικά τα μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < γρουλώνω < μσν. γρυλλώνω < αρχ. γρύλλος «γουρουνάκι»] …   Dictionary of Greek

  • κρυφανοίγω — ανοίγω κάτι κρυφά, χωρίς να μέ αντιληφθούν …   Dictionary of Greek

  • ξεθηλυκώνω — ανοίγω τη θηλειά και βγάζω το κουμπί ή την πόρπη, ξεκουμπώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + θηλυκώνω «κουμπώνω»] …   Dictionary of Greek

  • ξεκουμπώνω — ανοίγω κάτι βγάζοντας τα κουμπιά από τις κουμπότρυπες, ξεθηλυκώνω …   Dictionary of Greek

  • ξεράβω — ανοίγω τις ραφές ενδύματος, ξηλώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(ε) * + ράβω] …   Dictionary of Greek

  • οίγω — οἴγω και ὀείγω και οἴγνυμι (Α) (ποιητ. τ.) 1. ανοίγω («οἴξασα κληΐδα θύρας», Ομ. Ιλ.) 2. φρ. «οἴγω στόμα» ανοίγω το στόμα μου, αρχίζω να μιλώ (Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η μαρτυρία στα ομηρικά κείμενα τών τ. ἀνέῳγον και ὠίγνυντο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”